ΕΝ ΤΟΥΤΩ... ΝΙΚΟΛΕΞΕΙΣ... ΨΥΧΗΣ

Ο ΑΝΑΣΤΕΝΑΓΜΟΣ ΣΟΥ ΣΥΝΝΕΦΟ ΜΥΡΩΔΙΚΟ ΠΟΥ ΑΓΑΛΛΙΑΖΕΙ ΤΟΝ ΘΕΟ

Το ένα κορμί μέσα στο άλλο… Ένα αδιαίρετο σύμπλεγμα, «Η έκσταση της Αγίας Θηρεσίας»,

το τέλειο γλυπτό του Μπερνίνι. 

Μια αψεγάδιαστη ένωση, τέσσερα πόδια μπερδεμένα, τέσσερις μηροί που κινούνται χωρίς θόρυβο, σαν τροχοί σε ανώμαλο δρόμο:

γλυκά, μαλακά, σχεδόν ανεπαίσθητα.

Το ένα υπογάστριο να ακουμπά το άλλο και να δονούνται ανεξέλεγκτα,

οι παλάμες να μην ξεχωρίζουν σφιγμένες η μία με την άλλη, τα τέσσερα στήθη να μάχονται να ξεχωρίσουν.

Κινήσεις, παύσεις και πάλι κινήσεις, ταλαντώσεις, πολλαπλές συσπάσεις

κι η μικρή ένταση να γίνεται ηδονή και πάθος, που ξεσπά να σαρώσει το σύμπαν…

Μα δεν είναι οι κινήσεις, δεν είναι τα λόγια, γλυκά, ανθρώπινα, που δείχνουν πόθο, λαχτάρα,

που ντύνουν σαν ωραίο περιτύλιγμα τη θεία ένωση,

είναι αυτό το άγιο συναίσθημα που ξεμυτά από τους πόρους των δύο σωμάτων,

που δεν έχει όνομα, έχει όμως μαγεία, αναδύει μια γαλήνια ομορφιά και απλώνεται σαν χάδι

από τις τρίχες του κεφαλιού έως τα ακροδάχτυλα.

Οι μύες ανασηκώνονται και ομολογούν πως κάτι νιώθουν, χαρμόσυνα δονούνται οι αρτηρίες,

που γνωρίζουν και βλέπουν πολύ πιο πέρα από αυτό που φαίνεται.

Τα συναισθήματα, ντροπαλά, φοβισμένα κάπως, αναποφάσιστα κινούνται μπρος πίσω, πάνω κάτω,

σαν να θέλουν αλλά δεν μπορούν

να αποδώσουν με απόλυτη ακρίβεια αυτό που είναι:

ένας μικρός ταχυδρόμος που φέρνει… προμυνήματα.

Τα χέρια ξεμπλέκονται και γίνονται χάδια και τα δάκτυλα ακροβατούν στο κενό,

να ετοιμαστούν, φόρα να πάρουν, να απλωθούν σαν αλοιφή που απαλύνει τον πόνο του καψίματος,

γιατί λίγο πριν υπήρξε βαριά έκθεση και κάψιμο και πόνος πολύς.

Κι έπειτα, απλώνονται επάνω στα κορμιά σαν στρατιώτες γύρω από το ύψωμα, που έχουν όμως καταλάβει!

Σαν ομόκεντρα κύματα που ζωγραφίζουν πρόσκαιρα, στη μέση μιας γαλήνιας λίμνης, εξαίσιες εικόνες…

Κι έτσι όπως εκτυλίσσονται σε συγχορδία, όλα μαζί, ήχοι, μέρη δύο σωμάτων, κινήσεις, εικόνες,

μια συναυλία απίθανων οργάνων και υπάκουων μέσων, το κρεσέντο, το αποκορύφωμα.

Λάμψεις από σταγόνες ιδρώτα, από ήχους δύο φωνών που έγιναν βραχνές και… ο αναστεναγμός σου.

Όλο και πιο βαθύς, όλο και πιο γρήγορος που φεύγει από τα κατακόκκινα, γεμάτα ντροπή χειλάκια σου 

και ανυψώνεται αργά, σαν καπνός από κερί στη θεία λειτουργία

και σκεπάζει την οροφή, διαπερνάει το ταβάνι, σύννεφο γίνεται μυρωδικό,

που φτάνει έως τον θεό και τον αγαλλιάζει.

 

«Στις σκιές σε αγναντεύω μα σε προσμένω στο φως» του Νίκου Παπανικολάου, εκδόσεις ΚΟΜΝΗΝΟΣ.

Previous post

ΤΙ ΞΕΡΕΙΣ ΕΣΥ ΑΠΟ ΑΥΠΝΕΣ ΝΥΧΤΕΣ!

Next post

«Ντροπιάζει κανείς τον δάσκαλό του όταν μένει για πάντα μόνο μαθητής . . .»

admin