ΒΙΒΛΙΟΕΝ ΤΟΥΤΩ... ΝΙΚΟΛΕΞΕΙΣ... ΨΥΧΗΣ

ΕΛΑ ΜΗΝ ΜΟΥ ΚΛΑΙΣ…

Τι κάνεις γλυκιά μου, πώς είσαι;

Εϊ, γιατί δεν μιλάς; Γιατί σφίγγεις τα χείλη σου;

Έλα, μην μου μουτρώνεις που χάθηκα για τόσο καιρό.

Η αλήθεια είναι πως χάθηκες κι εσύ…

Δεν χάθηκες εσύ; Μου έστειλες μηνύματα που δεν απάντησα ποτέ;

Μα πώς θα μπορούσα;

Τι λες τώρα; Ξέρεις πως σε σκέφτομαι, πως μου λείπει το χαμόγελό σου, το πρόσωπό σου, άβαφο, εφηβικό, όταν το πλησίαζα με τα χείλη μου…

Δακρύζεις; Γιατί δακρύζεις τώρα. Μην το κάνεις σε παρακαλώ, ξέρεις πως είμαι… Έλα τώρα, να… κι εγώ συγκινούμαι.

Έλα μην μου κλαις…

Μα δεν μπορείς να μου ρίχνεις ευθύνες…

Ποιος φταίει; Πρόσεξες πόσο εύκολα μαράθηκαν τα λουλούδια που ποτίζαμε με τις σταγόνες του ιδρώτα μας, τότε που το ένα κορμί ορμούσε ασυγκράτητο ξανά και ξανά να αρπαχτεί από το άλλο, να βρει τις ανάσες του; 

Τι νόημα έχει να μιλάμε για ευθύνες.

Όταν κάτι πεθαίνει, δεν ψάχνει να βρει τι έφταιξε. Απλά σβήνει, χωρίς «γιατί» και «πώς». Η καρδιά που μαραίνεται μόνο το φως ζητά, να φωτίσει τα μεγάλα σκοτάδια της.

Μου είπες ψέματα…

Δεν μου είπες ψέματα; Ήθελες να με προστατέψεις;

Από τι; Από σένα;

Έλα μην μου κλαις…

Γιατί αντιδράς έτσι, με αγάπη στο λέω. Για δες τα σύννεφα πώς γεμίζουν τον ουρανό μας.

Τι είπες; Πως είναι καθαρός ο ουρανός;

Είδες, βλέπουμε αλλιώς τα πράγματα…

Κι εσύ με αγαπάς;

Πώς, πώς, το είπες μια φορά χαριτολογώντας.

Γιατί τόσος φόβος να πεις πως με αγάπησες;

Με τόση απλοχεριά μοιράζουμε σκέψεις και τόσο συγκρατημένα μιλάμε για αγάπη…

Για ποια αγάπη μιλάω;

Είμαστε μακριά, καιρό τώρα, μα τι σημασία έχει;

Ό,τι είναι να αντέξει, θα αντέξει.

Θυμάσαι που έλεγες πως οι αγάπες δεν πεθαίνουν; Πως γίνονται ουρανός που αγκαλιάζει τη θλίψη μας;

Ο αληθινός έρωτας γίνεται άχνη, μάτια μου, που γλυκαίνει τα κύτταρά σου… Δεν μπορώ να εισχωρήσω τόσο βαθιά, να σβήσω τα ίχνη…

Έλα μην μου κλαις…

Δεν είμαι αποδημητικό πουλί κι ας λατρεύω τα ταξίδια. Είμαι εδώ.

Κι εσύ εδώ είσαι;

Βλέπεις εκείνο τον δρόμο; Τα κτίρια που απλώνονται ανάμεσα στις γειτονιές μας, τα βλέπεις; Τα άδεια όνειρα που έχουν σηκώσει τείχη αόρατα τα νιώθεις; Οι πληγές μας δεν σε πονούν; Το παρελθόν έκοψε τις καλωδιώσεις και δεν φτάνει μέχρι εδώ η επικοινωνία και εμείς μια πόλη σε καραντίνα.

Όλα αυτά μας χωρίζουν.

Και το ψέμα σου…

Μην μουτρώνεις πάλι, σε παρακαλώ μην κλαις.

Δεν είναι το ψέμα σου, είναι που μου αρνήθηκες τρεις φορές…

Τι ψέμα είπες;

Ακόμη με ρωτάς; Πως ένιωθες εγκλωβισμένη, πως δεν θα σου επέτρεπα να ζήσεις…

Έλα μην μου κλαις…

Μα πώς θα μπορούσα να σου στερήσω την ελευθερία να με επιλέγεις ανάμεσα στα ερεθίσματα ενός πολύβουου κόσμου, που όμως δεν ακούγαμε μέσα στα αναφιλητά του έρωτά μας;

Σε αγάπησα και η αγάπη μου παρέσυρε τους φύλακες, παραπλάνησε τις κάμερες ασφαλείας, διαπέρασε τα σύνορα του εγωισμού μας.

Πονάς, λυπάσαι, σου λείπω;

Πονώ, λυπάμαι, μου λείπεις.

Γυρισμός όμως πώς μπορεί να υπάρξει, το διαβατήριο που έγραφε συγγνώμη το έσχισες πριν προλάβω να το πάρω στα χέρια μου.

 

Από το βιβλίο «Στις σκιές σε αγναντεύω, μας σε προσμένω στο φως», των εκδόσεων ΚΟΜΝΗΝΟΣ.

 

 

 

 

Previous post

ΟΙ ΚΥΡΙΑΚΕΣ

Next post

ΑΓΡΙΟ ΑΛΟΓΟ ΠΟΥ ΚΑΛΠΑΖΕΙ ΕΠΑΝΩ ΣΤΑ ΣΤΗΘΗ ΣΟΥ

freesocial