ΕΝ ΤΟΥΤΩ... ΝΙΚΟΛΕΞΕΙΣ... ΨΥΧΗΣ

ΑΓΡΙΟ ΑΛΟΓΟ ΠΟΥ ΚΑΛΠΑΖΕΙ ΕΠΑΝΩ ΣΤΑ ΣΤΗΘΗ ΣΟΥ

Στον έρωτα δεν υπάρχουν αποστάσεις.
Όπου είσαι φιλάς.
Όπου είσαι αγαπάς.
΄Οπου είσαι λιώνεις.
Αναστατώνεσαι.
Νεράκι γίνεσαι και χύνεσαι.
Χάδι απαλό που ακουμπά και γλυκαίνει τον αέρα.
Μια στάλα βροχής που γλιστρά επάνω σε ξεραμένα χείλη
και σταγόνα τη σταγόνα ρυάκι γίνεται που ξεχύνεται σε όλο σου το κορμί.
Ο έρωτας δεν υπακούει στον χρόνο.
Γεννιέται, ορθώνεται και ξεδιπλώνεται
στο χθες, στο προχθές, στο αύριο, στο τώρα.
Το πρόσωπό μου κοντά στο δικό σου.
Υπέροχα τα μάτια σου, παραδοσιακές σαΐτες,
φεγγοβολούν ενθουσιασμό, αφήνουν θύμα τη σκέψη μου.
Τα χείλη σου τρεμοπαίζουν αμήχανα,
ίσως γιατί δεν έμαθαν ακόμη να βρίσκουν τον δρόμο του φιλιού.
Ο έρωτας δεν περιορίζεται, δεν τιθασεύεται,
άγριο άλογο που καλπάζει επάνω στα στήθη σου,
σε ποδοπατάει γλυκά.
Θέλω να σκύψω μέχρι τον λαιμό σου, χωρίς να σε αγγίζω.
Η ανάσα μου ταξιδεύει κάτω από το αυτί σου,
ξεχύνεται στην ταραγμένη επιδερμίδα σου,
μοναδική αναπνοή σε κάθε πόρο σου.
Δεν σου μιλώ, αλλά εσύ με ακούς.
Δεν σε αγγίζω, αλλά εσύ ριγείς, 
νιώθεις το σώμα μου να ακουμπά επάνω στο δικό σου.
Μου μιλάς με μικρές, ανεπαίσθητες κινήσεις.
Θέλεις να με αγγίξεις με τα χείλη σου, αλλά δεν με πλησιάζεις, απομακρύνεσαι.
Θέλω να σε απλώσω άγιο μύρο στα μπράτσα μου,
καθώς τεντώνονται και σε περιτυλίγουν σαν δώρο αιώνιο.
Αχ πόσο κοντά σου νιώθω χωρίς να είμαι εκεί,
πόσο δική μου νιώθεις χωρίς να είσαι εδώ,
δύο απουσίες που ηχολαλούν την παρουσία τους. 
Ο ένας μέσα στον άλλο, πλέγμα που κλείνει τις διόδους.
Ο κόσμος χωρίς εσένα βυθίστηκε στα ανεξερεύνητα βάθη του Ατλαντικού.
Καλούπι το σώμα σου,
χυτήριο που υποδέχεται λάβα το σώμα μου,
καλούπι που πλάθει και πλάθεται,
ο έρωτας σπάνιο αμάλγαμα. 
Δεν υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες
καμία ασφάλεια,
ο έρωτας καίει τις αντιστάσεις.
Κι έπειτα;
Το αιώνιο ερώτημα που δεν βρίσκει απάντηση.
Πώς μπορείς να αντισταθείς στον άπειρο πόθο;
Τα χέρια να αυλακώνουν τον αέρα, να βρίσκουν μικρό καταφύγιο στις καμπύλες του άλλου.
Τα μάτια να βρίσκουν τα άλλα, να βυθίζονται μέσα τους,
χρυσά νομίσματα αρχαίου ναυαγίου
που θα είναι πάντα εκεί.
Κανείς δεν θα τα βρει,
γιατί ο έρωτας δεν υπακούει στον χρόνο.
Γεννιέται, ορθώνεται και ξεδιπλώνεται
στο χθες, στο προχθές, στο αύριο, στο τώρα.
Τέσσερα χείλη ενωμένα,
ένα μικρό γλυπτό αριστούργημα χωρίς υπογραφή.
Ανώνυμος ο έρωτας.  
Ντύνονται το ένα το άλλο.
Τέσσερα χέρια ανεμίζουν σαν σημαίες στους τέσσερις ορίζοντες
και μετά χάνονται στα πλευρά του άλλλου.
Τη σκέψη μου τη γεννά ο νους σου και η δική σου
απαλό αεράκι που πηγαινοέρχεται επάνω στο σώμα μου
κι αρπάζει λεξούλες και τις δένει σε φράσεις,
βαπτισμένες όλες στο όνομα του έρωτα.
Το σώμα σου σώμα μου,
πονώ πριν πονέσεις,
διψώ πριν διψάσεις,
μου λείπεις όσο είσαι εδώ,
σου λείπω όσο είμαι εκεί. 
Γιατί ο έρωτας δεν χορταίνει,
απύθμενο πηγάδι που ρουφάει
εικόνες, σώματα, επιδερμίδα,
τις καμπύλες σου, τα μικρά μυστικά σου,
τα χάδια μου, τις γάμπες και τους μηρούς σου,
τον πόνο σου, την ελπίδα μου και τα στήθη σου,
την ανατριχίλα, το πάθος, τις αναμνήσεις,
τη βαριά ανάσα σου, τα βογκητά μου,
τις διαψεύσεις μας, τις ψευδαισθήσεις μας,
το ένα σώμα που εισχωρεί μέσα στο άλλο,
τις ταλαντώσεις, τους κυματισμούς των γοφών σου,
την αφόρητη μοναξιά μου.
Αλλά θα στο πω, θα στο ψιθυρίσω χωρίς λόγια.
Έχω λίγο φόβο, λίγη ελπίδα, πολύ πόθο.
Έχω λαχτάρα για την πρώτη φορά,
γιατί θα είναι σαν πρώτη φορά,
πάντα θα είναι.
Γιατί θα ξέρουμε πως κάθε λεπτό, κλέφτες, θα το κλέβουμε από τον χρόνο.
Θείο δώρο που ζητά ταπείνωση και συνιστά υπέρτατο χρέος…
προς την ομορφιά, προς τη ζωή, προς τον μέγα έρωτα.
Γιατί σ’ αγάπησα πριν καν σε γνωρίσω.
Γιατί λάτρεψα τον έρωτά σου, πριν καν τον γνωρίσω.
Γιατί είσαι εσύ μωρό μου που γεννάς τον έρωτα,
άρα τις λέξεις, τις εικόνες, τον μύθο.
Και σε ευχαριστώ.
Previous post

ΕΛΑ ΜΗΝ ΜΟΥ ΚΛΑΙΣ...

Next post

ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ;

freesocial