ΒΙΒΛΙΟΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΧΑΜΕΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ

Ω! Τι ωραίες στιγμές!
Τότε που έφευγες για τη δουλειά
και σε συνόδευα με το γλυκό στο χέρι
ως την ξώπορτα.
Τι ωραίες στιγμές
καθώς σ’ ακολουθούσα με το βλέμμα
γεμάτο παράπονα μέχρι εκεί που σ’ έκρυβαν
οι αποχρώσεις του αποχαιρετισμού
και του πρωινού η πάχνη.
Ω! Τι ωραίες στιγμές!
Τότε που έβγαινα στα ξέφωτα
να σε προϋπαντήσω.
Με την τραγιάσκα εσύ στο χέρι
να με χαιρετάς
κι εγώ λιγωμένη από τα γέλια
να τρέχω να χωθώ στην αγκαλιά σου.
Να με χορταίνεις με ζεστά φιλιά
και να με φιλεύεις σταφίδες και ψωμί
απ’ του μεσημεριού το περίσσεμα.
Και να με ρωτάς και να μου λες:
Γιατί δεν ονειρεύονται τα παιδιά;
Γιατί δεν τραγουδά ο κόσμος;
Ω! Τι ωραίες στιγμές!
Τότε που αφήναμε να μας κυνηγούν
τα μωβ απογεύματα του Σεπτέμβρη
και χέρι με χέρι τρέχαμε να κρυφτούμε
στις κόκκινες φυλλωσιές μιας Κυριακής
που μοσχομύριζε ευκάλυπτο και μαστίχα.
Είμαστε ένα μου έλεγες
κι ας έχουν άλλο χρώμα τα χώματα
στα σώματά μας
Κι έπειτα,
ήρθε σαν γράμμα εκείνη η άγνωστη φωνή.
Είχε αλλάξει γνώμη η καλοκαιριά
κι είχαν αρχίσει να ουρλιάζουν τα ποτάμια.
Στέρεψε του κόσμου το μέλι.
Οι δρόμοι που τρέχαμε κι ακούγαμε
τα στάχυα να γελάνε,
έστριψαν σ’ άλλες γειτονιές.
κάποιος κατάργησε τα Σαββατοκύριακα.
κάποιος ξεκρέμασε από την πόρτα μας
το γέλιο.

Έφυγες,
και το σπίτι μας άδειασε
σάμπως να πήρες μαζί σου και τους τοίχους.
Μόνο η κακιά συνήθεια δεν έφυγε
που με βγάζει τα σούρουπα στο κατώφλι
κι αγναντεύω με κατάνυξη την δημοσιά.
Μην τύχει κι ακούσω πάλι το τρεχαλητό σου
το γάργαρο τραγούδι σου
που θα μου ζέσταινε ξανά τις κρύες ανάσες
μιας χειμωνιάτικης νύχτας.

(Από την ποιητική συλλογή -ποιητική πεζογραφία- του Μάνου Καστέλη «Θαλασσογραφίες», των εκδόσεων ΚΟΜΝΗΝΟΣ)

Previous post

ΤΙ ΚΡΑΤΗΣΕΣ ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΠΟ ΜΕΝΑ;

Next post

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

freesocial