ΒΙΒΛΙΟ

ΤΟ ΡΥΑΚΙ

Μια φορά κι ένα καιρό σ’ ένα όμορφο χωριό ήταν ένα πανέμορφο ρυάκι.

Γύρω του υπήρχανε πηγές με ολόδροσο νερό που έτρεχε γάργαρο.
Οι κάτοικοι του χωριού το αγαπούσανε πολύ και ήταν το καμάρι τους.
«Θα πάμε στο ρυάκι;» έλεγαν και πήγαιναν βόλτα με τα παιδιά τους που έπαιζαν εκεί.
Κανείς δεν το φοβόταν, γιατί ήτανε μικρό και ακίνδυνο μα συνάμα και πανέμορφο.
Έτσι τα μικρά παιδιά, συχνά, πήγαιναν εκεί πολλές φορές και μόνα τους χωρίς την επίβλεψη κάποιου μεγαλύτερου.
Όλοι το αγαπούσανε: τα ελάφια, που πηγαίνανε και πίνανε νερό για να ξεδιψάσουν, τα κατσικάκια, τα πουλιά, τα σκιουράκια, οι λαγοί και άλλα ζωάκια.
Το ρυάκι είχε πολλούς φίλους και ήταν ευτυχισμένο.
Μιλούσε με τα δέντρα, με τα σύννεφα, με τον ήλιο, με το φεγγάρι, με τα αστέρια
και άκουγαν το γέλιο του και το τραγούδι του γάργαρο να ρέει.
Μία μέρα όπως κουβέντιαζε με τη φίλη του τη Συννεφούλα,
άρχισε να του μιλάει για τη θάλασσα και για το πόσο απέραντη είναι και του έλεγε πως ταξιδεύουν 
οι άνθρωποι και τα καράβια, πως έχει όμορφα νησιά, ψάρια, δελφίνια και πως είναι ένας άλλος κόσμος.
Το ρυάκι ακούγοντας όλα αυτά, ήθελε να γίνει ένα με τη θάλασσα.
Ηθελε πολύ να  πάει να τη βρει και να ταξιδέψει μαζί της.
Έτσι, κάθε φορά που έβλεπε τη φίλη του τη Συννεφούλα,
της ζητούσε να βρέξει πολύ για να μπορέσει να παρασυρθεί και να πάει προς τη θάλασσα.
Και η Συννεφούλα πώς να του χαλάσει χατίρι;
Ήταν φίλος της και τον αγαπούσε και έβρεξε πολύ, τόσο που το ρυάκι έφυγε από εκεί κι έγινε ορμητικός χείμαρρος,
που χύθηκε στη θάλασσα και χάθηκε μέσα σ’ αυτή.
Τίποτα δεν ήταν πια όπως πριν και το ρυάκι βρισκόταν σ’ έναν άλλον κόσμο που γνώριζε πρώτη φορά.
Μα ήταν χαμένο και δεν είχε φίλους και αυτό δεν του άρεσε καθόλου.
΄Ετσι, για κάποιο διάστημα ταξίδευε με τη θάλασσα σε διάφορα μέρη και γνώριζε καινούργιες εμπειρίες και καινούργιους τόπους, μα τίποτα δεν ήταν όπως πριν.
Του έλειπαν οι φίλοι του, τα ελάφια, τα κατσικάκια, τα παιδιά που έπαιζαν δίπλα του,
τα δέντρα, τα λουλούδια και η ησυχία του χωριού του. 
Αλλά και στο χωριό όλοι είχαν μαραζώσει χωρίς αυτό.
Μία μέρα, όπως ταξίδευε μες στη θάλασσα, λέει της Συννεφούλας που πέρασε από εκεί:
-Συννεφούλα μου, θέλω να πάω πίσω στο χωριό μου, να είμαι ευτυχισμένο.
Και η Συννεφούλα χωρίς καθυστέρηση το είπε στον άνεμο που φύσηξε και
παρέσυρε το ρυάκι πίσω στο χωριό του.
΄Ετσι όλα έγιναν όπως πριν.
Όλοι στο χωριό τώρα ήταν χαρούμενοι και το ρυάκι έρεε γάργαρο
και ευτυχισμένο και το τραγούδι του καλωσόριζε κάθε επισκέπτη του εκεί.

Απο τη συλλογή  των παραμυθιών της Μαρίας Παλιούρα, «H Iριρένια  και ο πρίγκιπας».

Previous post

ΛΕΡΩΜΕΝΕΣ ΠΑΝΕΣ, ROUTINE SEX ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΟΚΑΤΑΝΟΗΣΗ

Next post

ΑΠΟ ΤΗ ΝΥΦΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ

freesocial