ΕΝ ΤΟΥΤΩ... ΝΙΚΟΛΕΞΕΙΣ... ΨΥΧΗΣ

ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ ΜΟΝΟΣ;

Μπορείς να ζήσεις μόνος;

Χωρίς το άγγιγμα, χωρίς την οικεία φωνή και τον «ψίθυρο» της ανάσας της;

Μπορείς να ζήσεις χωρίς την εξαίσια αναφορά, όπως τόσο υπέροχα καταθέτει ο Ρώσος θεατράνθρωπος Στανισλάσφκι, σε μια άλλη μορφή, ένα «ξένο» σώμα, μια άλλη σκέψη, ένα «υπερ-αντικείμενο», που μπορεί να καθορίζει τη συμπεριφορά αλλά πιο πολύ τα συναισθήματά σου;

Μπορείς να σταθείς απέναντι στους τοίχους του σπιτιού σου, χωρίς τα ίχνη από την παρουσία της να μορφοποιούνται μπροστά σου, ζωντανές εικόνες που χαριεντίζονται με τις αισθήσεις σου;

Αν όχι, τότε πώς επέζησαν της οδυνηρής, «απέραντης» μοναξιάς τους οι μεγάλες μορφές της τέχνης; Πώς τα κατάφερε ο Νίκος Καζαντζάκης, αυτός ο μοναχικός λύκος των περιπλανήσεων και της ασκητικής ζωής; Ο τρωγλοδύτης του Παρισιού Ιάννης Ξενάκης, ο «περιθωριοποιημένος» Έλληνας μαέστρος Δημήτρης Μητρόπουλος ή ο Γερμανός ποιητής Ράινερ Μαρία Ρίλκε;   

Μπορείς να ανασάνεις τον αέρα των δωματίων σου χωρίς το θεσπέσιο άρωμα της επιδερμίδα της;

Και το χαμόγελό της, το γέλιο της, πώς μπορείς να αποστερήσεις την ακοή από τους ήχους της, πώς μπορείς να μην ντύσεις την ουδέτερη σιωπή των επίπλων;

Μπορείς να αφήσεις τη ματιά σου ανυπάκουη, να διαχέεται χωρίς προοπτική στα χωρίσματα που τεμαχίζουν το όνειρο, χωρίς να προσκρούει χαρμόσυνα στο ημίγυμνο κορμί της, καθώς περιδιαβαίνει τους χώρους μου με την ερωτική αλαζονεία και την αίσθηση της απόλυτης κυριαρχίας;

Και το βογγητό της, σαν ιαχή θριάμβου σε ένα πεδίο που δεν υπάρχει μάχη αλλά συναίνεση, πως μπορείς να το λησμονήσεις σαν έναν πόλεμο που δεν έγινε ποτέ;

Μπορείς να αφήσεις τον καναπέ, όταν κάθεται δίπλα σου πριν το πρώτο φιλί, το ψυγείο όπου προστρέχει με το ποτήρι στο χέρι, να το γεμίσει με ημίγλυκο κρασί, την κρεβατοκάμαρα πριν γυμνωθεί με ένα απαλό, ντροπαλό γεμάτο πόθο χαμόγελο;

Μπορείς να διώξεις, σαν ενοχλητικές αναθυμιάσεις, από τον αέρα του δωματίου σου τον αιωρούμενο ερωτισμό, το πάθος, τη λαχτάρα που τη σπρώχνει, αδύναμη και τρωτή, να χωθεί στην αγκαλιά σου;

Κι εκείνοι, ο Καζαντζάκης, ο Ρίλκε, ο Ξενάκης, ο Μητρόπουλος, ποιος ξέρει ποιο κακό ξόρκιζαν, ποια ανάμνηση τους κατάτρωγε όταν άπλωναν την πένα ή την μπαγκέτα τους, να μορφοποιήσουν τον πανανθρώπινο πόνο, την αδυναμία, τη δοκιμασία;

Όχι δεν μπορώ, όσο κι αν σφυρηλατώ τη μοναξιά μου να αντέχει την έλλειψη, τη θλίψη, την απομάκρυνση, καθώς εκείνη θέλω, την χωρίς όνομα, χωρίς υπόσταση, που μπορεί όμως να πάρει τη μορφή που με συγκινεί τώρα και θα με συγκινεί εις τους αιώνες.

Ν.Π.

BRAZIL-10071_JPGPirelli-2013-A-Photo-11

1
Previous post

H ΣΑΔΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΥΝΤΟΥΑΡ ΚΑΙ Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΩΝ ΑΠΟΧΡΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΓΚΡΙ

1-АристотельОнассис
Next post

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΩΝAΣΗΣ: ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΘΙΕΡΩΜΕΝΑ

admin

admin