ΛΕΞΕΙΣ... ΨΥΧΗΣ

ΤΙ ΝΑ ΦΟΒΗΘΩ;

Zωή με τι λόγια να περιγράψω το κάλλος σου; Ποιους στίχους ποιητή να βρω για να σου τους χαρίσω; Ποια μελωδία μπορεί να σ΄ερμηνεύσει; Να σου ταιριάξει; 

Mου φτάνεις ζωή μου αλλά δεν μου περισσεύεις. 

Γι” αυτό δε σε σπατάλησα, δε σε ξόδεψα, δε σ΄επαιξα στα ζάρια.

Πάλεψα για χάρη σου, έπεσα μες στις αγριεμένες  θάλασσες, στις φλόγες της φωτιάς , αντιστάθηκα στους ανέμους, θα νικούσα αν δεν ήταν ο αγώνας στημένος.

Ξέρω πως το δίκιο είναι με μένα κι ας με ξέβρασες στις αμμουδιές του Ομήρου. 

Δεν σου παραπονέθηκα ποτέ. Δε σ΄είπα άδικη. Γιατί εσύ είσαι το πολύ κι οι άνθρωποι το λίγο.Εσύ είσαι η δίκαιη και τούτο το είδος άδικο.

Νυν υπέρ πάντων ο αγών, το παν κείνοι που κέρδισαν στη Σαλαμίνα.

Εγώ μιλώ με τους θεούς μου.

Ώρες- ώρες τραβώ και μια τζούρα κώνειο, από κείνο που δώσαν του Σωκράτη. Μου το προσφέρουν σε ολόχρυσα δισκοπότηρα τάχα για κοινωνία.  Αλλά είναι τόσο λίγο που δε σκοτώνει. Και πολύ να ταν, πάλι δε θα με σκότωνε.

Κρατάω σφιχτά στις χούφτες μου τα λόγια του Ελύτη.

«Κι ούτε μια μέρα, μια στιγμή στον τόπο αυτόν που να μη γίνεται άδικο και φονικό κανένα.Ο ήλιος σκάει μέσα μας κι εμείς κρατάμε την παλάμη στο στόμα έντρομοι.»

Πόση φτήνεια έπεσε στο γένος των ανθρώπων.Τους κάνω το χατήρι. 

Δεν έχω να χάσω και τίποτα. 

 Η μάνα μου με τάιζε με την αμβροσία της αγάπης και με ξεδιψούσε με το νέκταρ της αλήθειας.Mε κοίμιζε σε μεταξωτά σεντόνια (περηφάνια τα λεγε) κεντημένα με τη φιλντισένια κλωστή της αξιοπρέπειας.Το μαξιλάρι μου, από πούπουλα ευθύνης, εκείνης του άνω θρώσκω.

Τι να φοβηθώ;

Τους λιθοβολισμούς της λάσπης και του βούρκου;To σκοτάδι του μίσους που θρονιάστηκε για τα καλά στη ψυχή των φαρισαίων της ζωής.

Τι να φοβηθώ; 

Tους μνηστήρες ή τους Ιούδες;

Κι ήρθε Εκείνος και σήκωσε το Σταυρό,άραγε πώς θα ταν η ζωή χωρίς Σταυρούς.Όποιος του λάχει του καθενός μας, μικρός, μεγάλος.

Κι ήρθε Εκείνος, του φόρεσαν αγκάθινο στεφάνι κι άφησε την τελευταία του πνοή πάνω στα καρφιά, ατιμασμένος, ο ποιητής των ποιητών, ο σοφότερος των σοφών, το φως του Αδη.

Η Ανάσταση της ζωής. Ο θάνατος του χειμώνα και η γέννηση της Άνοιξης. 

Κι εκείνον τον πολυβασανισμένο Οδυσσέα τον έστειλε ο Όμηρος στον Άδη για να λογαριάσει την αξία της ζωής. Δεν του χαρίστηκε η Ιθάκη, την κέρδισε. Ήταν το τάμα στην πατρίδα,στη γυναίκα,στο νεογέννητο γιο. Ο διακαής πόθος, η επίτευξη του στόχου. Το στοίχημα με τη ζωή. 

Πάντα θα υπάρχουν οι νικητές της ζωής. Και νικητές είναι αυτοί που έβαλαν ένα δυο διαμάντια απ΄τα πολλά που τους χαρίστηκαν σ΄αυτό το ναό που λέγεται Άνθρωπος.

Εκείνοι που δεν τα τσιγκουνεύτηκαν. Δεν τα ξεπούλησαν. Τα χάρισαν.Ξεπλήρωσαν τα τάματα της ζωής τους.

Ήθελα να  “ξερα τι θα έλεγε σαν ξαναρχόταν στη γη Εκείνος.Για ποιούς θα σταυρωνόταν; Πόσα μαστίγια θα πρεπε να κρατά; Πόσους κεραυνούς θα πρεπε να δανειστεί απ΄τον Δία, τον Ολύμπιο, λέω για να μαστιγώσει την ασχήμια, να κατακεραυνώσει την υποκρισία, τα ψεύδη, τα σάπια μυαλά, τις μολυσμένες ψυχές.

Κείνες που έχουν αντιγράψει αυτολεξεί τη φαρισαϊκή ηθική; 

Κι αυτός ο Προμηθέας θα ξεγελούσε άραγες το Δία για το γένος που δημιούργησε, θα το ψυχοπονούσε για τα δεινά του, θα έκλεβε τη φωτιά για χάρη του, θα άντεχε την τιμωρία του αετού και τις αλυσίδες του Ηφαίστου τόσες χιλιάδες χρόνια, μέχρι να “ρθει ο Ηρακλής να τον ελευθερώσει; 

Τι να φοβηθώ;  

Πάντα θα υπάρχουν νικητές της ζωής που θα σκεπάζουν την γύμνια της ψυχής των ηττημένων.

Που θα εξαγνίζουν τις πηγές με αγιασμό, που θα χτυπούν με το ραβδί τους και θα ρχεται το φως.

Πάντα θα υπάρχουν μοναχικοί οδοιπόροι, τρελούς θα τους αποκαλούν οι λογικοί της γης, παράφρονες, σχιζοφρενείς που να δικαιώνουν το δίκαιο στο πλήρωμα του χρόνου.

Ένα ξεγέλασμα του βλεφάρου είναι η ζωή, μια σταγόνα δροσιάς που πέφτει την αυγή στα διψασμένα ρόδα,ένα κύμα στον ωκεανό, ένας κόκκος άμμου στην αμμουδιές του Ομήρου.

Tι να φοβηθώ;

Mπορεί να λύγισα, έστω, όσο μια ανάσα.Μόνο οι Καρυάτιδες δεν λύγισαν στο πέρασμα του χρόνου, αλλά αυτές ήταν καμωμένες από μάρμαρο. 

Ζωή πόσο πολύ θαύμασα την ομορφιά σου.

Ποια ομορφιά παραμένει ανεξίτηλη στο χρόνο όταν δεν θαυμάζεται;

“Οταν δεν υμνείται από ποιητές  όταν δεν ερμηνεύεται;  

Και ο νοών νοείτω.

Ιωάννα Ζαχαροπούλου

gynaika-krevati-650
Previous post

Αυνανισμός

18527870_1520935054606020_8112490250908297556_n
Next post

ΒΡΕΘΗΚΑΜΕ ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΧΡΟΝΟ

freesocial

freesocial