ΔΙΕΘΝΗΙΣΤΟΡΙΑ

 Η σιδηρά κυρία, μια δολοφονία και τα βρετανικά συμφέροντα

Η εκτέλεση του Φαρζάντ Μπαζόφτ, δημοσιογράφου της βρετανικής εφημερίδας «Observer», στις 15 Μαρτίου του 1990 έπειτα από σχετική διαταγή του Σαντάμ Χουσεΐν είχε προκαλέσει τον αποτροπιασμό της διεθνούς κοινότητας. Αλλά την ίδια ημέρα, η τότε πρωθυπουργός της Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ και η κυβέρνησή της επέλεξαν να μη λάβουν τα όποια μέτρα κατά του «αδίστακτου» – σύμφωνα μάλιστα με τα ίδια τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου – καθεστώτος του ιρακινού δικτάτορα για να μη διαταράξουν τις ιδιαιτέρως επικερδείς για τη Βρετανία εμπορικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.

Απόρρητα έγγραφα που αποχαρακτηρίστηκαν και κοινοποιήθηκαν πρόσφατα, έγγραφα που συντάχθηκαν δύο χρόνια αφότου ο Σαντάμ Χουσεΐν έκανε χρήση αερίου μουστάρδας δολοφονώντας περισσότερους από 3.000 Κούρδους και μήνες προτού εισβάλλει στο Κουβέιτ, ξεκινώντας έτσι έναν νέο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, αποκαλύπτουν πως η κύρια προτεραιότητα των βρετανών υπουργών ήταν το εμπόριο. 
Ακόμη και καθώς η είδηση του απαγχονισμού του 31χρονου δημοσιογράφου κυριαρχούσε στα βρετανικά ΜΜΕ και παρά τις δημόσιες δεσμεύσεις για την ανάληψη δράσης κατά ενός όλο και αυταρχικότερου δικτάτορα, τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου αποφάσισαν να μην επιβάλουν κυρώσεις, αναφέρει η εφημερίδα «Guardian» σε δημοσίευμά της. Οι όποιοι οικονομικοί ή εμπορικοί περιορισμοί στο Ιράκ θα ήταν «αναποτελεσματικοί όσον αφορά τη δυνατότητα αλλαγής της στάσης της ιρακινής κυβέρνησης» και θα κατάφερναν «δυσανάλογο πλήγμα στη βρετανική βιομηχανία» είχε επισημάνει τότε ο γραμματέας του υπουργείου Οικονομικών και μετέπειτα επικεφαλής της βρετανικής Οικονομίας Νόρμαν Λάμοντ σε αναφορά του προς τον Ντάγκλας Χαρντ, τον βρετανό υπουργό Εξωτερικών εκείνη την περίοδο.
«Η κοινή γνώμη είναι βαθύτατα συγκλονισμένη από τη στάση του Ιράκ» παραδέχθηκε ο Χαρντ στην απάντησή του αποδεχόμενος, ωστόσο, απόλυτα τις ανησυχίες του κ. Λάμοντ. «Εχουμε μια σημαντική εμπορική παρουσία στο Ιράκ την οποία πρέπει να διαφυλάξουμε» έγραψε. Σήμερα ο λόρδος Λάμοντ δηλώνει στον «Observer» ότι έπειτα από 27 χρόνια δεν θυμάται καλά τα γεγονότα αλλά θεωρεί ότι δεν θα μπορούσε να επηρεάσει τη βρετανική κυβέρνηση όσον αφορά την ανάληψη δράσης κατά του Σαντάμ Χουσεΐν. «Δεν θυμάμαι να είχα εμπλακεί σε αυτήν τη θλιβερή ιστορία αλλά θυμάμαι έντονα το πόσο είχα σοκαριστεί από τον τραγικό θάνατο του νεαρού άνδρα. Υπήρχε μια διαμάχη για το κατά πόσο Βρετανός ήταν – είχε ιρανικό διαβατήριο και αυτό ήταν καθοριστικό: δεν ήταν βρετανός πολίτης».
«Ηταν αθώος» 
Ο γεννημένος στο Ιράν Φαρζάντ Μπαζόφτ ο οποίος σε ηλικία 16 ετών μετανάστευσε μαζί με τους γονείς του στη Βρετανία μετέβη στο Ιράκ έπειτα από επίσημη πρόσκληση της κυβέρνησης του Σαντάμ Χουσεΐν, μαζί με άλλους δημοσιογράφους, στο πλαίσιο αποστολής για την κάλυψη εκλογών που επρόκειτο να πραγματοποιηθούν στις κουρδικές περιοχές της χώρας. Ηταν η έκτη φορά που επισκεπτόταν το Ιράκ και ήθελε να γράψει κάτι παραπάνω από μια απλή ανταπόκριση.
Την ημέρα της αναχώρησής του από τη Βρετανία, τον Σεπτέμβριο του 1989, η βρετανική εφημερίδα «Independent» δημοσίευσε ρεπορτάζ για μια έκρηξη, τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Αλ Χιλάχ, νότια της Βαγδάτης, όπου υπήρχαν υποψίες ότι κατασκευάζονταν χημικά όπλα. Κυκλοφορούσαν φήμες για εκατοντάδες νεκρούς και ο νεαρός δημοσιογράφος ζήτησε από μια βρετανίδα νοσοκόμα να τον οδηγήσει έως εκεί. Πέρα από τις φωτογραφίες που τράβηξε, πήρε και δείγματα από το έδαφος.
Το αποτέλεσμα ήταν να συλληφθεί στο αεροδρόμιο της Βαγδάτης, λίγο πριν να αναχωρήσει για το Λονδίνο, για να καταλήξει στη συνέχεια στη φυλακή του Αμπού Γράιμπ. Την 1η Νοεμβρίου του 1989, ο Φαρζάντ Μπαζόφτ ομολόγησε μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες ότι είναι πράκτορας του Ισραήλ. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, δημοσιογράφοι του «Observer» κατάφεραν να εντοπίσουν τον Καντέμ Ασκάρ, τον ιρακινό συνταγματάρχη των μυστικών υπηρεσιών που ανέκρινε τον Μπαζόφτ.
Τονίζοντας ότι δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να παραβεί τις προσωπικές εντολές του Σαντάμ Χουσεΐν ο οποίος επιθυμούσε την καταδίκη και την εκτέλεση του βρετανού δημοσιογράφου, παραδέχτηκε πως γνώριζε πως ήταν αθώος. Μήνες έπειτα από την εκτέλεσή του, ο Σαντάμ θα έστελνε τα στρατεύματά του στα σύνορα της χώρας του με το Κουβέιτ με στόχο μια εισβολή η οποία προκάλεσε το ξέσπασμα του πρώτου πολέμου του Κόλπου.
«Αυτό θα ήταν αρνητικό για τα ευρύτερα εμπορικά συμφέροντά μας»
Τα έγγραφα που κοινοποιήθηκαν πρόσφατα αποκαλύπτουν πως ο Τσαρλς Πάουελ, σύμβουλος επί ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής της Μάργκαρετ Θάτσερ, επισήμανε στη βρετανίδα πρωθυπουργό πως αναμφίβολα θα ασκούταν πίεση για την επιβολή εμπορικών κυρώσεων στο Ιράκ ή για τον τερματισμό της παροχής οικονομικής βοήθειας προς το καθεστώς Χουσεΐν. «Αλλά δεν θα είχαμε τη στήριξη της διεθνούς κοινότητας και στην ουσία δεν θα καταφέρναμε το παραμικρό» πρόσθεσε, ωστόσο, και ο Λάμοντ συμφώνησε.
«Εν μέσω του κλίματος που έχει διαμορφωθεί εξαιτίας των δυσκολιών που αντιμετωπίζουμε, το Ιράκ θα εκλάμβανε την όποια ενέργεια κατά της παροχής πίστωσης ως περαιτέρω πολιτική κίνηση για τον Μπαζόφτ και η απάντησή του θα ήταν σκληρή. Αυτό θα ήταν αρνητικό για τα ευρύτερα εμπορικά συμφέροντά μας, με τους ανταγωνιστές μας να είναι έτοιμοι να καρπωθούν το δικό μας μερίδιο της αγοράς» προειδοποίησε από την πλευρά του και ο υπουργός Εξωτερικών Ντάγκλας Χαρντ, μόλις πέντε ημέρες μετά τον απαγχονισμό του Μπαζόφτ. Η μοναδική ενέργεια στην οποία προέβη η κυβέρνηση Θάτσερ ήταν να μη χρηματοδοτήσει μια εμπορική αποστολή επιχειρηματιών από το Μπέρμιγχαμ στο Ιράκ.
Κατά τη διάρκεια της εξάμηνης φυλάκισης του Μπαζόφτ και της νοσοκόμας με την οποία είχε συνεργαστεί, στον βρετανικό Τύπο κυκλοφόρησε πλήθος συκοφαντικών δημοσιευμάτων αναφορικά με το παρελθόν του νεαρού δημοσιογράφου ο οποίος είχε καταδικαστεί σε 18μηνη φυλάκιση για την κλοπή περίπου 500 ευρώ. Ο Σαντάμ Χουσεΐν υποστήριζε πως αμφότεροι ήταν κατάσκοποι ενώ το ίδιο ισχυρίστηκαν για τον Μπαζόφτ ακόμα και δύο βουλευτές των Τόρις. Αποδεικτικά στοιχεία όμως δεν βρέθηκαν ποτέ. Μάλιστα έγγραφα που εντοπίστηκαν στη Βαγδάτη το 2003 αποκάλυψαν πως ο ιρακινός δικτάτορας γνώριζε την αλήθεια και απλώς ήθελε να «τιμωρήσει τη Μάργκαρετ Θάτσερ» και να ταπεινώσει τη Βρετανία.
Η δίκη των δύο διήρκεσε μόλις μία ημέρα και διεξήχθη αποκλειστικά στην αραβική γλώσσα. Συνήγοροι υπεράσπισης δεν υπήρχαν. Η βρετανίδα νοσοκόμα καταδικάστηκε σε 15ετή κάθειρξη. Δέκα μήνες έπειτα από την εκτέλεση του Μπαζόφτ μπόρεσε να επιστρέψει στη Βρετανία.
ΠΗΓΗ: tovima.gr
1
Previous post

Το κάστρο

1
Next post

Χάσαμε το α’ ημίχρονο...

freesocial

freesocial